από το Άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου

η εκδοχή της Ιωάννας

Θέλω να καταλάβετε πως μ΄έχτισαν.Κι αυτός. Κι η μάνα του. Κι οι πράξεις μου.Με πέτρες και με βράχια απανωτά. Διψούσα. Τού'λεγα δώς μου νερό. Δεν άκουγε. Μου κοίταζε το πρόσωπο άφωνος. Πονούσε. Τό'ψαχνε μ΄ απόγνωση λες κι ήταν έρημο. Πες μου τι γύρευε από μένα και τα λόγια του μοιάζανε μ΄ απειλές σα νά'χα μόνο εγώ το μόλεμα μες στο αίμα μου. Δεν καταλάβαινα.Κι είχα αποκάμει πια με τους ατέλειωτους αγώνες. Τού'λεγα.Φυλάξου Κωνσταντίνε! Όπως το φως του λύχνου συντηρείται ακόμα στο φυτίλι αφού στεγνώξει όλο το λάδι στο βυθό. Ή σαν τους ήχους που έφυγαν από τ΄ όργανο κι όμως ακούγονται πολύν καιρό μες στην ακοή. Του τό'λεγα.Κάτι θα τρίξει όταν ξεντύνεσαι και βγάζεις το πουκάμισο.Κάτι θα σπάσει στο εσωτερικό. Μια αθέατη κραυγή το απόγευμα θα σβήσει στης καμπάνας το αντίλαλο.Του τό'λεγα. Μεγάλα νύχια μαύρα αμετακίνητα θα κρεμαστούν πάνω στον ύπνο σου. Και δε θα φύγουνε ποτέ.
Είχε πεθάνει τότε το παιδί μας. Το κοιτάζαμε στα μάτια να κρατήσουμε την τελευταία του κίνηση. Κι εκείνο απομακρύνονταν σαν αύρα νόμιζες εξατμιζόταν όσο το κοιτάζαμε. Την άλλη μέρα και την άλλη ο Κωνσταντίνος βασανιζόταν από παράξενα τινάγματα σαν ένα πουλί που κάθεται στην καπνοδόχο κι ο καπνός το διώχνει. Ώσπου φαγώθηκε το πρόσωπό του απ΄ το χαμόγελο το ασάλευτο. Κοίταξε τώρα μ΄ ακούει και κρύβει τα μεγάλα σύννεφα τα μάτια του.
Τα επίπεδα τ΄ απανωτά όπου ζούσε τον σακατεύανε. Κι όμως ταξίδευε μονάχος στον αέρα.

Η εκδοχή του Κωνσταντίνου


Είμαι ένας άντρας μέσα στο κορμί μου περιέχω τον εαυτό μου που με περιέχει ταυτότητά μου το μηδέν γυναίκα μου η Ιωάννα ανάμεσά μας η νύχτα μια νύχτα ο κήπος έλαμπε κάτω απ΄ τα πόδια μας και τούτο έμοιαζε τόσο αληθινό πιο αληθινό όταν ο κήπος έσβησε το φως αντέχει μέσα μας συνέχεια της Ιωάννας η βλάστηση το κεφάλι της βαρύ αστερωμένο πάντα μ΄ απειθάρχητα μαλλιά τόσο πικρό για να σωπαίνει και να θυμάται.
Ητανε μια απειλή που δεν την έγραφε ο κανόνας. Όπως την πρώτη φορά που αρχίνισε ν΄ ασπρίζει γιατί φωνάζει γιατί σέρνεται μες στην αυλή μου ο γείτονας καμιά μέθη πιά και το κορμί της έρημος και το κορμί ξερό κι η κάθε μέρα που έφευγε καλύτερα να μου ξερίζωναν ένα κομμάτι κρέας.
Ετσι πήγα με πέντε μονάχα φτιασιδωμένες αισθήσεις μέσα στ΄ αφώτιστα χαλάσματα ολοένα ψάχνοντας πονώντας και γυρεύοντας διψώντας και διψώντας από το πάτωμα έσταζαν νερά και το κακό δυνάμωνε και το μυστήριο γλίστραγε απ΄ τα δάχτυλα πως είναι καμιά φορά τα χείλια στη λασπουριά της λίμνης ψάρευα κάποτε στην πατρίδα μου ακόμα νέος και λαμπερός μαύρα μονόξυλα, γκρίζο νερό τα μπράτσα αχνίζοντας όπως έσκαγε ο ήλιος έλα μου φώναξες ένα τεράστιο ζωντανό φυτό σαλεύοντας μέσα στη μήτρα του πρωινού.
Κι εκεί κοντά παραμόνευε ο θάνατος η αιχμή του μπαίνοντας κάθε μέρα μολεμένη στο κορμί όμως το μυριζόμουν και πάλευα να ξεφύγω τό'ξερα εκεί δε θά' τανε κανείς μονάχα πέτρες και σιωπή στο σκούρο φως κοίτα με Κωνσταντίνε είμαι όλη φως.


ως πότε θα ξέφευγα;


Τότες η Ιωάννα αναδεύονταν στρέφοντας το κορμί της απ΄το μέγα στόμα του ύπνου πουλιά πετούσαν απ΄ τα χέρια της ένα μακρύ ποτάμι από πουλιά πάνω στο ρεύμα κράζοντας γιομάτα με ήλιο δυνατές φτερούγες λάμπανε και φεύγανε γιατί μου σφίγγεις έτσι τα όνειρά μου φώναζε μες από τις καταπαχτές άκουγα τη φωνή κι ανέβαινα μεμιας αδύνατο να μείνω άλλο είπα άσε στην άκρη τα αίματά σου τώρα σκοτίστηκα.
Ο ίσκιος στο στο σώμα μισοϊδωμένος απρόσιτος.
Είσαι ένας ανόητος παπαγάλος μουρμούρισε εκείνη ξανακοιμήθηκε ας μπούμε καλύτερα στον πρώτο μας κόσμο είκοσι χρονώ και περπατήσαμε και σταθήκαμε δεν είχαμε καιρό έλα μου φώναξες κοίτα μου φώναξες είμαι όλη φως. Βοσκήσαμε έκτοτε σε δύστροπο δάσος πολλές φορές το μαύρο μάτι πάνω μας πολλές φορές ο θάνατος η ακατανόητη νύχτα.


Ετσι η Ιωάννα κόπηκε στα δύο μήτε κατάλαβε τίποτα το δικό μου κορμί διπλωμένο σα φόδρα στο κορμί της μη δαιμονίζεσαι έλεγε δεν αποκρίθηκα όχι ήθελα να πάω έξω από τούτο το σπίτι κάτω στην αυλή δεμένα τα σκυλιά δε γαύγισαν και πήγα και νά'μαι τώρα μαύρος και φαγωμένος.
Μάζεψε το κορμί της κι έφυγε. Ύστερα ο χτύπος της καμπάνας ράγισε τ΄απομεσήμερο. Νά'την εδώ μ΄ όλα τα σύνεργα του σώματος ίσκιοι θηλών μικρές φωνές μέσα στη νύχτα όπως διαβαίναμε την άλλην όχτη τα χαλίκια το νερό κι οι ζάρες του νερού και το κλαδί το χέρι της το νιώθω ακόμη σήμερα στον ώμο μου τη μοναξιά ετοιμάζοντας έφυγε και λυτρώθηκε τάχα από τι; πες μου να μάθω.Απ΄ το κορμί; από μένα; από το θάνατο; Νυχτώνει. Ακόμη μια φορά.Κι η γνώση μου μηδέν από τούτο το όνειρο



Τάκης Σινόπουλος 1961

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Από τα πιό όμορφα ποιήματα με εκδοχές των δύο που έχει γραφτεί..

"Κι όμως ταξίδευς μονάχος στον αέρα.."

όπως πολλοί άλλωστε..

Πέννυ

Φαιδρα Φις είπε...

σ'ευχαριστώ
μαζί το συζητήσαμε κάποτε
και μου ήρθε να το ανεβάσω

όπως και η επόμενη ανάρτηση
από μια δική σου ιδέα

φιλάκι

Ανώνυμος είπε...

Είναι υπέροχα και τα δύο.Ειδικά αυτό,δεν το χορταίνω..

"Κωσταντίνε είμαι όλη φως.Πώς θα ξέφευγα;"

"Νυχτώνει. Ακόμη μια φορά.Κι η γνώση μου μηδέν από τούτο το όνειρο"

Πέννυ

Φαιδρα Φις είπε...

έχεις δίκιο
είναι υπέροχο!