Bleibtreu Cafe


Μ' αρέσανε τα μπαρ στο Βερολίνο

μετά τις τρεις όταν μεθούσαν οι ξανθές σιγά-σιγά

Μοναχικές πριγκίπισσες, του τίποτα ερωμένες

στων νικημένων το νησί γλεντώντας σιωπηλά

στων νικημένων τη γιορτή

γλεντώντας κάθε βράδυ σιωπηλά

Erika, Maria, Monika, Sabine

θα δούμε άραγε ξανά μαζί ποτέ

το χιόνι του Δεκέμβρη απόγευμα να πέφτει

έξω απ' τη τζαμαρία του Bleibtreu cafe

"Berlin, Achtung Berlin"

"Berlin, Achtung Berlin"

"Berlin, Achtung Berlin"

Το παγωμένο γέλιο τουακούω και φοβάμαι

το γέλιο του πολέμου

ακούω ξανά από παντού

Αχ! πόσο εύκολα ξεχνάμε

το έγκλημα φυσάει ξανά από παντού

"Berlin, Achtung Berlin"

"Berlin, Achtung Berlin"

Sie heißt Lilli Marlen !!!


Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας


4 σχόλια:

anepidoti είπε...

τρομακτικό το γέλιο του πολέμου....
το παρακάμπτω γιατί αγαπώ τοοοοόσο πολύ αυτή την πόλη, μα τόσο πολύ!
νομίζω, ψαράκι πως είναι το παρίσι του μέλλοντος, απ' το αρκετούτσικο που τόζησα...
ένα φιλί, βερολινέζικο!

Ανώνυμος είπε...

Τεντώνει το κομμένο του χέρι
Τεντώνει το κομμένο του χέρι
να νιώσει τη βροχή
ο τρομερός SS ...

Smokecolumn

Φαιδρα Φις είπε...

ανεπίδοτη,φιλενάδα μου καλή,
δεν έχω επισκεφτεί το Βερολίνο
αλλά το αγαπώ από τα βιβλία
τα τραγούδια,
και τις περιγραφές των φίλων

οπωσδήποτε θα πάω!
γιατί να είναι κάτι άλλο
από απ'αυτό που είναι ήδη?

πιστεύω πως έχει ιδιαίτατη
φυσιογνωμία και ταυτότητα.

ευχαριστώ για το φιλί
δυστυχώς έχω μόνο από Αθήνα
να σου στείλω σήμερα
επιφυλάσσομαι όμως για το μέλλον!

Φαιδρα Φις είπε...

Smokecolumn,
χαίρομαι που είστε εδώ

Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι

Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη

Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνῇ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου

Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία

Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ

Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους


σας το αφιερώνω
με τη σκέψη μου

καλή Κυριακή
σας φιλώ