homo poeticus


πώς βηματίζεις στο ηλεκρονικό δάσος
με ριγμένο στην πλάτη τον μανδύα
από θαμπό βελούδο
μωβ νεκρώσιμο
από το στόμα φωτιά ρίχνεις
Έθιμο νυχτερινό της ηχούς της ανυπαρξίας
Πάνω από το σκοτεινό πηγάδι
-Που είναι όλος ο κόσμος-
Τάχα φωτίζεις
Απαγγέλοντας νωθρά
Θανάτους αδέξιους
Κι εγώ με τη δαιμονικότητα
των σημειώσεων του περιθωρίου
-Εκεί δηλαδή που γράφονται
τα πιο απρόσμενα ποιήματα-
Και μέσα στο πηγάδι
-Εκεί που ακούγεται καθαρά η βουή τους-
Δικαιώνω την αθωότητα
Με την αμηχανία του πένθους
Σαν να μην έχω απειληθεί από τίποτα

Μεθάς τακτικά απ’τη φωτιά σου
Αλλά εγώ κοιτάζοντας χαμηλά
Βλέπω πώς καις το κέλυφος
πώς το
μαργαριτάρι βγαίνει σάπιο

Κι αν σε κάνω πότε πότε προσωπικό μου ήρωα
Κι αν
σε συντηρώ στις άκρες των ποιημάτων
Κι αν σε κυλίζω ρηματικά και μυροβλητικά
Για να αστράψεις σε προκαλώ
Δεν φέγγεις,μόνο καις
Οι αναθυμιάσεις σου
Κι αν επωάζουν τις αδυναμίες μου

Γαλανόλευκο συνθετικό σκοτάδι
Δεν παράγω


προσδοκώ την εύθραυστη εκδίκηση
Όταν το σύμφωνο θα υποκλιθεί στο άλφα
μέσα στο χιτώνα σου θα ξεκολλάνε οι σάρκες
Θα βραχυκυκλώνεις –φακίρης σε ηλεκτρικά καρφιά

Κι εγώ τότε με μια αφή/προνύμφη
Θα χαράζω ψηφιδωτά
θ’αυλακώνω τη στάχτη
Μια στάχτη πιο ελαφριά απ’τη σιωπή
Και τις γενέθλιες κορδέλες που έχουν
Τυλιχτεί γύρω απ’το σώμα σου
Μίσχους πράσινους και σέπαλα
Θα τις υφαίνω σε καινούρια περιθώρια

τότε εσύ
Θα τρέφεσαι από το σάπιο σου μαργαριτάρι
Θα σου έχει μείνει μόνο το στόμα
Θα είσαι μια φυσαλίδα αναπνοής
Καταλαμβάνοντας το σώμα μικρού ψαριού
Σε θάλασσα ψηφιακή
Κι ανάμεσα στα μικροκύματα

τα μελανά σύμφωνα και τα
Περιούσια φωνήεντα

θα σκαρφαλώνουν στο λαιμό σου
θα τον καίνε με νερό

Όταν εγώ θα κοντεύω
Τις θαυμαστές παρυφές ετερωνύμων
Εκεί που ντύνονται οι υπόδικοι
Το σώμα του χαρτιού
Και μεταλαμβάνουν
το αίμα της μελάνης


7 σχόλια:

sigma είπε...

Πασιονάρια τώρα είδα το ποίημα.
Εύφλεκτο είναι και αυτό?
Μου αρέσει.

Φαιδρα Φις είπε...

sigma
ευχαριστώ
έτσι δεν μοιάζει?

Βασίλης είπε...

βαθιά από το πηγάδι
.....
ελπίζω να φωνάξω αύριο
που ξέρεις μπορεί να φτάσει ως πάνω,…
αύριο

Φαιδρα Φις είπε...

θα περιμένω
στο λέω κι από δω...

Βασίλης είπε...

βαθιά στο πηγάδι
δεν αναμένεις ούτε φως
ούτε παραμύθι,…
…………………………………………………
Χρυσό φίμωτρο φορώ
Πλάτη γερμένη
Με φιλικά χτυπήματα
Με καθημερινά μαστιγώματα
Πλάνη κεντημένη
Με ασύλληπτες ανατροπές
Κορμί υποθηκευμένο σε δύο
Χαραγμένο οριζόντια και κάθετα
Ομωνύμων ένωση μάταιη απόπειρα
Λογχίζοντας στα ρημαγμένα πλευρά
Του έκπτωτου καιρού
Και τα πιο όμορφα λόγια πάντα
Γράφονται
Κλέβοντας βήματα από το χορό των δαιμόνων
Και χρώμα από το αίμα των χαραγμένων καρπών

Βαδίζω αμέριμνα στον απύθμενο βυθό μου
Φτύνω το δανεικό αίμα
Ντύνω με ψεύτικα ξεφτισμένα κρόσσια
Τη φτηνή μου χορδή
Δεν πάλλεται όμως
Δεν κουρδίζεται
Δεν αναπαράγει
Μόνο το μαύρο δεν με αποχωρίζεται
Αυτό απορροφά το φως, το δανεικό
Και ψεύτικά αντανακλά το υποκατάστατο
Θαμπό
Μ’ αυτό θρέφω τα πεινασμένα ακροδάχτυλα
Τα κοιμίζω
Τα ξεγελώ
Τα ενταφιάζω με άκαιρες παραπομπές
Και δεδηλωμένες αρνήσεις
Στη θάλασσα καίγομαι
Στο νερό πεθαίνω από ανυπαρξία
Στο όμορφο ριγέ κέλυφος κείτομαι
Αιχμάλωτος μέσα στη φυλακή
Σβήνω σιγά-σιγά
Όλα τα γράμματα αποποιούμαι
Πρώτα τα απαλά βογκητά φωνήεντα
Το α, το ω, το ε, τα έχασα,…
Κι ύστερα τα βαριά σύμφωνα,…
Τα φορτώνομαι και ένα ένα τα πετώ
Στη χαράδρα των ανέραστων φράσεων
Των μισοτελειωμένων ανατολών
Χωρίς οίκτο,…
Κι η μελάνη μου σιγά-σιγά
Αποχρωματίζεται,
Ξανθή γίνεται σχεδόν λευκή
Γράφω τα σακατεμένα στιχάκια μου
Κι ολοένα λιγότερο διακρίνονται,…
Και ποτέ στο φως
Στο απόλυτο σκοτάδι, ίσως,…και…
Μόνο ο ήχος τους
Αργόσυρτος κι οξύς τρυπάει το ξύλο
Και καρφώνεται στο αφιονισμένο κρανίο
Χαράζοντας του την καταδίκη
και την τιμωρία μαζί
Άσημοι ήχοι
Άσημων παραθεμάτων
Άσημα που καίγονται κεράκια

Φαιδρα Φις είπε...

Βασίλη μου
δεν θέλω τέτοια απογοήτευση από σένα

το βλέμμα να είναι σταθερά προσηλωμένο στην ψύχα του ανθρώπου

είναι όμορφα όσα έγραψες
και ανιχνεύω τη φόρτιση

δεν θα συρθούμε στην ευθεία

ας ουρλιάζουμε σαν τους λύκους
κάθε βράδυ...

άσε τους άλλους να βγάζουν τ'απωθημένα τους όπου λάχει
προκειμένου να μην τους πάρει
ο διάβολος

μη σε νοιάζει
μόνοι χτυπιούνται και γδέρνονται
χωρίς αισθήματα
χωρίς ατέλειες
χωρίς αδυναμίες
δίχως σώμα στο φως...

σε νιώθω
και σε σκέφτομαι

pandiony είπε...

Φαίδρα Φις! είχα φοβερή ιδέα σήμερα να περάσω απο δω!..
να σκεφτώ πως να μαγειρεύαμε το σάπιο μαργαριτάρι. με μπαχαρικά πολλά φαντάζομαι μόνο.
μα πόσο στέκεται καρφωμένο -πάντα- αυτό το σπαθί να φιλετάρει τη σάρκα έστω
στην φωτινή σπηλιά του χιτώνα.. ναι "μια στάχτη πιο ελαφριά απ' τη σιωπή" πιο αληθινή απο κάθε άλλο χρώμα. γκρί διαδρομή άσπρων και μαύρων.
μόνο που η θάλασσα η ψηφιακή, δεν ξέρω αν δηλιτηριάστικε απο κάτι. ανάμνηση είναι, λες απαγορευμένες αναπνοές..
φακ, "ανάμεσα στα μικροκύματα" κι όμως δεν χάνεται η ουσία, ίδια η θερμοκρασία 36 κι έξι.