Ο μπάρμαν που ζει μες το κεφάλι μου κερνάει λέξεις «Οσα δεν μπορείς θα σου τα πω τώρα. Δεν μπορείς ν’ αγγίξεις ένα δέντρο δίχως να νιώσεις πως είναι μέσα σου το άγγιγμα. Πώς μπορείς ν αγαπήσεις όταν φεύγουνε όσα αγαπάς;» Είπε πως πέθανες, πέθανες, πέθανες, πάει πέθανες, τέρμα. Έπειτα το μετάνιωσε κι έβγαλε την ομπρέλα απ’ το ποτήρι.
Το πρωί θα ξυπνάς το μεσημέρι. Θα πλένεις το μοναδικό σου πιάτο. Δεν θα σε ευχαριστούν τα λόγια. Θα κατουράς. 2 με 3 ώρες, ή και παραπάνω. Θα φοράς τις παντόφλες σου. Ένα βρώμικο μπλουζάκι. Χωρίς βρακί. Δεν θα σε νοιάζει. Θα γεμίζεις αργά τα δοχεία με νερό. Κι ας βρέχει. Εσύ θα τα ποτίζεις. Έπειτα θα ρχεται η νύχτα. Θα χτυπά επίμονα το τζάμι. Θα γραντζουνάει με τα νύχια της. Δεν θα της ανοίγεις. Θα της βγάζεις στο μπαλκόνι το μοναδικό σου πιάτο να φάει και νερό. Καλόμαθε τώρα και σου ρχεται κάθε βράδυ να την κοιμίζεις στο κρεβάτι σου.Ορίστε μας!