η χρησιμότητα των καφενείων


Κι ας μην έχω με το μέρος μου πια τον ουρανό
γάλα θ'αγοράζω για τους απόδημους των άστρων
να θυμηθώ γυναίκες με πράσινα μαλλιά,στα φρύδια
σκουλαρίκια το χιόνι χαλασμένο σβηστοί δρόμοι


σου'παν πως έφυγα μέσα σε φάρμακα και ζάλη
πως άλλαξα τηλέφωνο να μη με βρει η σκόνη
ο αέρας,η μουγκή φρόνηση,να γίνω κύκλος
τροχιά υπογείων τραίνων που ξαστόχησαν


αβέβαια ταξίδια στ'άκτιστο φως,σαρκοβόρα
πίνουν πάλι το νερό μου σε ξένους ύπνους στέκομαι
με σιδερένια μαύρα νύχια Μπράνσγουικ γωνία


φιλί κλειδωμένο,τίμιο αλφάδι των καιρών
να σπάσω τα μάρμαρα να βγάλω ήχο,θάνατο
ματαιωμένα πέλαγα απ'την αρχή να κολυμπήσω.



ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΜΗΛΟΥ


Τώρα ξανά στο εσωτερικό του μήλου
εκεί ακριβώς που ανανεώνονται οι προφητείες
τα μέτρα του κόσμου
στους υποσχετικούς σπόρους που βιάζονται
να γίνουν εμείς,εκεί που καρφώνεται βαθιά
το πεινασμένο δόντι ακούω τον ώριμο καρπό:
την υγρασία του  λευκού
τη δύναμη του κρυστάλλινου κόκκου
να διεκδικεί με πάθος τα πάντα
άθλους μιας ζωής να σωριάζονται
απότομα στο πάτωμα τ'ουρανού


αλκή των χυμών ν'αρνείται τη φθορά και την τρέλλα.


Μισάνοιχτο,πλωτό στόμα
μηλομιλία σ'αυτούς τους άστεγους καιρούς
να προλάβω να εξαντλήσω τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης
αναζητώντας τον οίστρο μιας ολοκληρωμένης μέρας
ίσως ν'αδειάσω αναγκαστικά το φορτίο της φρόνησης
μένοντας οριστικά στην πλευρά των διλημμάτων
ενός κυριολεκτικού έρωτα
στα γόνατα,στα γόνατα εκεί που μας δόθηκαν
μακριά από υπονομεύσεις κι επινοήσεις
αυτά τα υπέροχα,βατά απογεύματα
να τα κατοικήσουμε
να τα καλλιεργήσουμε απ'την αρχή
να φιλήσουμε παλιότερες αμυχές
ξεφλουδισμένα τραύματα,γδαρσίματα
σα να'ταν χείλη
κι εκείνες τις μικρές κόκκινες φλεβίτσες
κοντά στις έσχατες ρίζες των κλειδώσεων
που είναι έτοιμες να σπάσουν με τις πρώτες
διαψεύσεις,όπως το θαμπό ουράνιο τόξο
δίπλα στον καταρράχτη


μια στιγμιαία έστω επιβεβαίωση της σύμπνοιας
των ορατών και των ευχών μας.

Γιώργος Βέης
Κρυσταλλίδα στον Πάγο
Ύψιλον/βιβλία  1999

όποια ζωή και να ζήσεις


Είμαι η σελίδα για την πένα σου.
Όλα θα τα δεχτώ:είμαι μια λευκή σελίδα.
Είμαι ο καλός σου φύλακας.
Είμαι η αρχαία,μαύρη γη.
Είσαι η αχτίδα κι η υγρασία της βροχής.
Είσαι ο Κύριος και δεσπότης μου,ενώ εγώ
Η μαύρη γη και η λευκή σελίδα.



Μαρίνα Τσβετάγιεβα

όπου υπάρχει φως μυρίζω τον γκρεμό του


Έτσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου και σκόνταψα στ'αλήθεια



Τόσες περιστροφές
κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόσχεση
ν'ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β' Γραμμική
και τυραννία της στάχτης



Η όραση θ'αρχίσει ξανά



το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι



μιας σπίθας υπόθεση η ζωή



αλλού η ζωή
κι αλλού η σπίθα



Ν'αφήσεις την επίλυση στον άνεμο
ή
φρόντισε με τα θαύματα
να γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
να είναι ο έρωτας
το Δέκα του Χαμού
και να σε θέλει



Εγώ το χρόνο μου
χρακ και χρακ
μ'ένα τσεκούρι πισώπλατα
Τα υπόλοιπα
θα τα πουν στις εφημερίδες



Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
και από κάτω
πανστρατιά οι βλαστήμιες
Αλλά εσύ
κοίτα να φτάσεις στην αγάπη
χωρίς τις βαλίτσες σου



κοίτα



Η Μήδεια και κάτι άλλες



το στόμα μου κυοφορεί
τον Όμηρο των θηρίων



Θα μπω στο μάτι της βροχής
να σύρω την εξίσωση
Αυτή που βάζεις την αγάπη θρύψαλα
και βγαίνει
αστραφτερή
στο τέρμα
πήγα τις λιακάδες μου
ένα μεγάλο γκρέμισμα
και-δεν μπορεί-θα κέρδιζα
(αλλά σκάλωσε στο λαιμό
ο τροχαϊκός του αίματος)



Τα υπόλοιπα τα ξέρετε



ότι με βρήκαν νύχτα
αλλόφρονη
να φτύνω γυαλικά της μοίρας μου
ένα κακό ψηφιδωτό
(οι άντρες που στα σπλάχνα μου ξεσάλωσαν)



ενίοτε
μικρά πτηνά



που σας διαβεβαιώ



δεν έφταιξαν σε τίποτα



Γιάννης Στίγκας
Η όραση θ'αρχίσει ξανά
Κέδρος 2006

η μαγική σου εικόνα


Πηγαινοέρχεσαι όλη τη νύχτα,
αγαπημένο φάντασμα,και σέρνεις
βήματα φόβου στις σαθρές σανίδες
πηγαινοέρχεσαι,στιγμή δεν σταματάς,
κι ακούω το φριχτό λαχάνιασμά σου,
το στήθος σου που βράζει απ'το τσιγάρο
και κάποτε τα βογκητά σου.Το πρωί
βρίσκω φλυτζάνια του καφέ,ποτήρια,
εφημερίδες ανοιγμένες σ'όλες τις γωνίες,
τασάκια μ'αποτσίγαρα,ξινίλα
φόβου και λησμονιάς σ'όλο το σπίτι.

Δεν ξέρω ποιος ο πλάστης σου,δεν είπες
αν πήρες απ'το μοίρασμα της ηδονής
ή μήπως απ'το κύρος του θανάτου.
Ανηφορίζοντας τον ύπνο προς το φως
αντίκρισα το χάλασμα του κόσμου.

Διονύσης Καψάλης
Ο κρότος του χρόνου
Άγρα 2007