Εγώ δεν ζήτησα αυτό απ’ τους αγίους.
Γι’ αυτό μεθάω και τους βρίζω:
«Στο διάολο η λήθη κι η παρηγοριά
αν είναι να μας παίρνουνε την ομορφιά
και να μας δίνουν δύναμη για τους ανέμους
ούτε όση στα πέταλα των λουλουδιών
και αντοχή λεπτότατου κλαριού
και καρτερία κριού σε μάχη
και υπομονή σπιθών του Αυγούστου
για να μας φαν ωραία τα σκουλήκια
και πάνω μας να αλέθουνε τα χρόνια
για να τους ευλογούμε
για να δανείζουμε λόγια και καρδιές
σ’ όσους δεν αγαπάνε
και το δικό τους ζύγι το λειψό
η βαριά μας ψυχή να σταθμίζει
ενώ εκείνοι
ελαφρείς,διαμπερείς
σκαρφαλώνουν ωραίες βαβέλ
κι εμείς
βάθη κι αγκάθια και ξύδι»
Έπειτα απλά στη ζωή επιπλέω
Άχρηστη λεία, άχρηστος κυνηγός.
Τόσο έφτασα να σε ζηλεύω
Που άρχισα να εξασκούμαι στην αιώρηση
Και στις ξύλινες βουτιές.
Πέννυ Μηλιά



