την έβλεπε με το μαχαίρι


Την έβλεπε με το μαχαίρι

καρφωμένο στην κοιλιά της

και δίσταζε.

Τα μαλλιά της έλαμπαν

τα χαμόγελά της μαρμαρυγούσαν

Ο κίνδυνος δεν ήταν άμεσος

ενώ κάποια επέμβασή του ίσως απόβαινε

μοιραία.

Ή και σωτήρια ίσως,

μα ποιος μπορεί να ξέρει?

Δεν ήταν έμπειρος σε τραύματα.

Πώς να διαβλέψει τι όργανα

είχαν τρυπηθεί

κι ύστερα η κράση των ανθρώπων

διαφέρει τόσο

αιμόσταση,αντοχή καρδιάς,κατάφαση(κυρίως αυτό)

κατάφαση ζωής.

Εδίσταζε λοιπόν.Κι από τον ουρανό έπεφτε αγιάζι

κι από τη θάλασσα υψώνονταν ομίχλη βραδινή

κι οι ανάσες τους διαγράφονταν.

Αν έστω του έκανε ένα νεύμα.

Όμως εκείνη σιωπηλή αντίκρύ του

τα διαφανή της μέλη ακίνητα

τα μάτια της φεγγερά στη νεαρή νύχτα

χαμογελώντας με το μαχαίρι καρφωμένο στην κοιλιά της

χαμογελώντας λες κι ο χρόνος μπροστά τους

ήταν άφραγος

λες και τίποτα δε βίαζε

δεν ούρλιαζε μέσα τους

βρισκόταν-απλώς βρισκότανε κοντά του.

Κι όλη η ευθύνη της επόμενής του κίνησης

στα χέρια του.


Λεία Χατζοπούλου-Καραβία


Μεσαιωνικό υστερόγραφο


Έγραφε ερωτικά γράμματα και τα πετούσε στο δρόμο.Χωρίς υπογραφή,χωρίς ημερομηνία,χωρίς όνομα παραλήπτη.Και σε καλούσε να πας να τον βρεις,η καρδιά του χτυπούσε για σένα,για σένα άνοιγε τα μάτια το πρωί,για σένα τά'κλεινε το βράδυ,για σένα έγραφε αυτά τα γράμματα και τα πετούσε στο σκοτάδι.Συνήθως άρχιζε ή τελείωνε μ'εκείνα τα τεθλιμμένα στιχάκια:"Λάβε χαρτί χωρίς ψυχή/και σώμα δίχως αίμα...".Ή άλλα που δεν τα ξέραμε:"Ο έρως κόβει γόνατα/κι οι λογισμοί γερνούνε/κι εγώ που τά'χω και τα δυο/πώς δε με καταλυούνε".Ποτέ δε μάθαμε ποιος είναι.Εικασίες μόνο,χειρότερες κι από την πλήρη άγνοια.Σήμερα ήταν αυτός,αύριο εκείνος,μεθαύριο κινδύνευες να είσαι εσύ,να είμαι εγώ.Όποιος κι αν ήταν,δίπλωνε το χαρτί στα τέσσερα και το άφηνε να το πάρει ο άνεμος,να το πάει όπου θέλει.Τό'βρισκες στα πιο απίθανα σημεία.Στους δρόμους,κεντρικούς κι απόκεντρους,στα ρείθρα,κάτω απ'τα τραπέζια στα καφενεία,κάτω από παγκάκια,κάτω απ'τα πόδια σου,συχνά και πιο μακρυά,σκαλωμένα πάνω σε πουρνάρια,σε βατομουριές,ή ανάμεσα στα κομμένα ξύλα για το χειμώνα στα υπόστεγα.Πάνω σε τάφους στο κοιμητήριο,κι εκεί ακόμα.Πολλά τα μούσκευε η βροχή ή βαρειά πάχνη,και η μελάνη από την πέννα διαστέλλετο,οι χαρακτήρες πάνω στο χαρτί έμοιαζαν με μπλε νιφάδες χιονιού σε μεγέθυνση,έπαιρναν σχήματα αμοιβάδας.Άλλοτε διαλύονταν τελείως,έπαιρνες το χαρτί κι έσταζε σαν σουπιά.Σπανίως, άφηνε να διαφανεί η ταυτότητα του φύλου του.Άντρας.Ελάχιστα μιλούσε για το άτομό του,με τρόπο έμμετρο.Ό,τι κυρίως εκθειαζόταν σ'αυτά τα γράμματα,ό,τι απελπισμένα αναζητιόταν και δε βρισκόταν,ήσουν εσύ-το κέντρο του κόσμου!Κάποτε σταμάτησαν.Έφυγε ή πέθανε ή κουράστηκε ή ποιος ξέρει τι άλλο.
Ζυράννα Ζατέλη

goodbye blue sky


Τα δακτυλικά αποτυπώματα-Εδουάρδο Γκαλεάνο


Γεννήθηκα και μεγάλωσα κάτω από τα αστέρια του Σταυρού του Νότου.Όπου κι αν πάω, με ακολουθούν κατά βήμα. Κάτω από το Σταυρό του Νότου, σταυρό αστραποβόλο, πορεύομαι ζώντας τις φάσεις της μοίρας μου. Δεν έχω κανένα θεό. Αν είχα θα του ζητούσα να μη μ’αφήσει ν’ανταμώσω το θάνατο: όχι ακόμα. Έχω πολύ δρόμο να διανύσω. Υπάρχουν σελήνες στις οποίες δεν έχω αλυχτήσει ακόμη και ήλιοι που ακόμη δε μ’έχουν πυρπολήσει. Δεν έχω βουτήξει ακόμη σ’όλους τους ωκεανούς του κόσμου, εφτά καθώς λένε, ούτε σ’όλους τους ποταμούς του παραδείσου, τέσσερις καθώς λένε.
Ένα παιδί στο Μοντεβίδεο εξηγεί:
«Δεν θέλω να πεθάνω ποτέ γιατί θέλω να παίζω αιώνια».




Η μέρα που θα τα άλλαζε όλα-Οδυσσέας Ιωάννου

Από δω και πέρα τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο. Αυτή τη φράση την έχω πει και την έχω ακούσει πολλές φορές. Αμέσως μετά τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία. Μετά τους δίδυμους πύργους. Μετά την εισβολή στο Ιράκ. Ύστερα από έναν αβάσταχτο θάνατο. Γενικά, έπειτα από κάθε χοντράδα της μοίρας, σαν σπρωξιά σε ποδηλάτη, βγαίνοντας από την τροχιά μας. Υπάρχουν πράγματα που αλλάζουν στη ζωή. Είναι πολύ πιο λίγα από όσα νομίζουμε. Δεν σε αφήνουν αυτοί που ξεχνάνε εύκολα. Σε τραβάνε στις γιορτές. Σε γνωρίζουν στον κόσμο. Τι να τους πεις? Πού να τους βάλεις? Περνάει λίγος καιρός κι όλοι ξανά τα ίδια. Γιατί δεν ήσουν έτοιμος για τέτοιες αλλαγές. Απλώς σου αρέσουν οι ωραίες κουβέντες κι εσένα. Νομίζεις πως ο προσωπικός σου πόνος σε κάνει ξεχωριστό, σε διαχωρίζει από τους άλλους. Αυτό είναι πάλι. Να ξεχωρίζεις. Σε τελική ανάλυση, και μια αλλαγμένη ζωή, ζωή είναι ξανά. Δε βαριέσαι. Νομίζω πως όλοι κοιτάζουμε σ’ένα σημείο που δε συμβαίνει τίποτα. Δεν περιμένω πια «εκείνη την ημέρα που θα τα άλλαζε όλα».