δρόμοι του Βερολίνου



Αντίο δρόμοι του Βερολίνου
τον χωρισμό σας στα μάτια μου πίνω
μη με ξεχάσετε
κι εγώ ας ρωτώ
υπήρξα κάποτε στ΄αλήθεια εδώ

Σε μια πλακόστρωτη γωνιά
βρες τε μου, βρες τε ένα μπαρ
που αγόρια όμορφα του κόσμου
να συχνάζουν
όμως εγώ δεν το μπορώ
πάνω από μέρα ν΄αγαπώ
σ΄αυτήν την πόλη είν' αρκετό
κάποιον μια μέρα ν΄αγαπώ

Βρες τε μου, βρες τε ένα παιδί
να 'ν' η ματιά του ωκεανή
και ξεριζώστε του τα μάτια
δίχως λύπη
βγάλτε τα μάτια του γιατί
δεν τα χρειάζεται να δει
αυτή την πόλη το χτικιό
που όλοι σε τρώνε ζωντανό

Αντίο δρόμοι του Βερολίνου
θα κλάψετε άραγε που σας αφήνω
θα κλάψετε άραγε αν χαθώ
στη συννεφιά και στον καπνό

λόγια:Μάνος Ελευθερίου
μουσική:Γιάννης Σπανός

Εύα


Ναυάγια σχεδίων
Ματωμένες οπλές
Ιππότες της τύχης
Σκισμένα του ήλιου πανιά
Ανεμίζουν στη λάσπη

Ξέθαψε τούτη τη μουσική
Τη φωνή μου
Μα στέκει βουβή
Σε τούτη την έρημη γη
Δεν μπορεί να'ναι αλήθεια
Τόση άμμος
Ένας αχνός θάνατος
Σκεπασμένος ως το λαιμό της εγκατάλειψης

Το φίδι που περνά
Γνέφει φιλικό στη γυαλάδα του
Θα το πάρω, σαν φάρμακο
Έχω ακόμα ταξίδι



Πέννυ Μηλιά

το τραγούδι πείσμα είναι αφιερωμένο στην Αμαλία και στην Πέννυ

o ερασιτέχνης


Ρουφώντας τη ζωή μου άφιλτρο τσιγάρο
με πνιγηρούς καπνούς το παγερό δωμάτιο
και τα πνευμόνια μαύρα από τη θλίψη


Δεν είμαι ο αρειμάνιος
που καίει τα δευτερόλεπτα
με τα σκληρά χιλιάρικα του κέρδους
Μα ο χλιαρός ερασιτέχνης που ξεκίνησε
να ξεγεννήσει αέρινες φιγούρες
απ'το σταχτί μολυβδοκόντυλο
του τίποτα.
Χρόνια τώρα προσπαθώ να κόψω τη ζωή.


Αντώνης Φωστιέρης

στάχτη στα μάτια


Δίκιο είχες.Ναι,είμαι δειλός.Γι'αυτό είμαι σοβαρός κι ανεξιχνίαστος σαν εβραίος.Τα θαύματα έχουν όλα την αιτία τους,έτσι νόμιζα.Ένας μάγος που συκοφαντεί την τέχνη του την ίδια.Α,και κάτι άλλο που πρέπει να ξέρεις.Είμαι βίαιος τύπος,πολύ βίαιος.Μη γελάς.Ποτέ σου δεν το πίστεψες.Αμφέβαλες τουλάχιστον.Ίσως επειδή δε σε χαστούκισα εκείνο το βράδυ.Με πρόσβαλες μέσα στο δρόμο,μ'έσπρωξε με δύναμη η φωνή σου,με τίναξε στον τοίχο.Φραγκίσκοοοοο!Σου γύρισα κάτι μάτια κίτρινα,αντανάκλαση από ταξί που φρενάρισε απότομα μπροστά μας.Βλέπεις το φόνο μέσα στα μάτια μου?
Δεν σε χαστούκισα όμως.Μια μεγάλη γροθιά ήθελες μέσα στα μεγάλα μάτια σου.Τι ωραία που με προκαλούσες!Άμα φοβηθώ πάρα πολύ,όταν φοβηθώ στα σπλάχνα,γίνομαι εξαιρετικά βίαιος.Δεν μου αρκεί να φαντάζομαι το τι θα μπορούσα να είχα κάνει σε κάποιον,να πλάθω ένα μεγάλο,τόσο μαύρο κακό,πράσινο πράσινο κίτρινο καφέ μίσος,να τον ξεσκίζω,φαντάζομαι,τρέμω ολόκληρος,ολόκληροι διάλογοι,λόγια κοφτερά που δεν τα είπα τη στιγμή που έπρεπε,να πονάνε.
Μ'όλο αυτό το άχτι που σου'χα,όλο το γαμώ το που κατάπινα και μ'έσκιζε,σ'αγάπησα,με τη σκέψη πότε θα μου δοθεί η ευκαιρία να σε πνίξω ή,ακόμα καλύτερα,να σε περιφρονήσω,να σε ξευτελίσω,να σε κάνω να υποφέρεις,ακόμα και με κάτι τόσο ασήμαντο όσο μια κίνηση του χεριού μου μες στο σκοτάδι,ανεπαίσθητη αλλά τόσο οδυνηρή στα μάτια σου,και τέλος να σε πετάξω από πάνω μου,αδιάφορος για την τύχη σου,στον επόμενο ηλίθιο εραστή σου.
Τώρα που τα σκαλίζω,το βλέπω καθαρά,πως όλα τα ελαττώματά σου,εκείνα που στην αρχή σ'έκαναν ανυπόφορη στα μάτια μου κι έλεγα μέσα μου,τελείωνε γρήγορα!-του τύπου,ρίξ'τη στο κρεβάτι και μετά το σκας-αυτά με τραβούσαν στη συνέχεια σαν μαγνήτης ισχυρός.
Εντάξει, ο τρομαγμένος προς τον τρόμο του βαδίζει.
Κοντά σου ξύπνησε η βία μου,γινόμουν τρελλός από λύσσα,πολλές φορές σε σιχαινόμουνα σε υπερβολικές ποσότητες,πράγμα που μ'ερέθιζε πολύ,σου έκανα έρωτα με πείσμα,να σε τρυπήσω,να σου δείξω,μα κι αυτό δεν με ικανοποιούσε ,δεν μού'φτανε,πεινούσα για το μυαλό σου,για το σπασμό στις φλέβες σου,πράγματα που υποψιαζόμουνα,έστηνα αυτί.[...]
Μα τι καταγωγή έχει ο πόνος όταν έρχεται μ'αυτόν τον τρόπο,με τον έρωτα αφορμή,από τόσο μακριά και πυκνός,να περιέχει το κλάμα τόσων ανθρώπων που'χουν πεθάνει,τόσων που δεν πρόλαβαν να τον δακρύσουν?Τη στιγμή που εσύ,ο επιλεγμένος,ξεσπάς,ραγίζεις,αλλάζουν πλευρό μέσα στο μνήμα τους,γυρνάνε μπρούμυτα σαν τα μικρά παιδιά με τα μάτια κρυμμένα στις παλάμες και κλαίνε μαζί σου την ίδια ώρα εκατοντάδες,χιλιάδες άνθρωποι,σε διαφορετικά μέρη,μέχρις εκεί που φτάνει το αίμα σου,με λυγμούς μαζί σου.


Κωστής Γκιμοσούλης