Γκέμμα


Θέλεις να έχεις πιστή την εικόνα του νεοέλληνα?Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα.Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων,το καλιμμαύκι του Μακαρίου Β' της Κύπρου.Και τα γένεια τα καλογερικά,που κρύβουν το πρόσωπο,καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς.Και τις κουκουλωμένες καλόγριες,την άλλη έκδοση του φερεντζέ της τούρκισσας,και έχεις το νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο.

Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα,φέρε την εικόνα του αρχαίου έλληνα,για να μετρήσεις τη διαφορά.

Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων,τις ευσταλείς και τις διακριτές.Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς,καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων.Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς,και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη.Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά,αρμοσμένα στις δυνατές φτέρνες.

Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας.Οι κοντυλογραμμένες,με τις λεπτές ζώνες,τον κυανό κεφαλόδεσμο,και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού.Οι ελληνίδες του Άργους και της Ιωνίας,οι λινές και οι φαινομηρίδες.Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη.Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου.

Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη,σ'ένα λιτό κιονόκρανο,σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς.Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς,αναπαμένους στο φως και στην αιθρία.

Άνθρωποι και θεοί και αγάλματα,ένα.

Όλα ετούτα,για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα,να τα βάλεις και να τα παραβάλεις.Και στήσε το φράγκο από δίπλα,να τα κοιτάει και να τ'αποτιμά.Με το δίκιο του θα'χει να σου πει:άλλο πράμα η μέρα και το φως,και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι.

Δεν γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.

Και κάπου θ'αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους:

-Ακούς αναίδεια?Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα?Ποιοι μωρέ?Οι χριστιανοχομεϊνήδες?


Αλλά είναι καιρός από τις ασκήσεις επί χάρτου να περάσουμε στα πεδία των επιχειρήσεων.Να κοιτάξουμε την πυρκαγιά που αποτεφρώνει το σπιτάκι μας.


Δημήτρης Λιαντίνης

Παναγιώτης Κερασίδης


Ζηλεύω τους τυφλούς

που μόνοι στο σπίτι

μπορούν και διαβάζουν με την αφή.


Που ερωτεύονται σαν απόντες.

Μελλοθάνατοι

και συνάμα

ετοιμοπόλεμοι.


από τη συλλογή Λείπουμε

εκδ.Γαβριηλίδης 2008




Hδύλη


Δεν μπορώ.Μη μου ζητάς.
Δεν μπορώ από μέσα μου Το φονικό να πετάξω.

Στα σκοτάδια να ζει.

Αν το βγάλω στο φως θα σαπίσει.

Θα γεμίσει ο τόπος βρώμικο αίμα.

Μου αρέσει μυρωδάτο κι αιμόφυρτο

μέσα μου νωπό,ζεστό,πληγιασμένο.Ν'αχνίζει.

Αχ,ναι.Αχ,ναι.Το ξέρω.Κανείς δε θα μάθει.

Πώς σπαράζει η σιωπή μες στο αίμα.

Πώς ορθάνοιχτα όλα κομμένα.

Δεν ουρλιάζουν τα σπλάχνα.Δεν ουρλιάζουν.

Βουβαμένα σιωπούν.


Βουλιάζω στ'αγρίμια μου.Ησυχάζουν.Λες να πέθαναν?

Α,μα όχι.Πώς θα ζήσω?Παγωμένη κι αναίμακτη.

Χορτασμένα κοιμούνται.Θα ξυπνήσουν.

Να τ'αφήσω να φύγουν?Να ελευθερώσω τα τέρατα?

Ω,ναί!πώς το θέλω!Μα πώς?

Όλο ψέματα λένε τα λόγια μου.Από μόνα τους.

Όλο ήσυχα πράγματα μην τρομάξουν.

Η γη,τα πουλιά,οι νεράιδες.

Μην ακούσουν οι δαίμονες

Τα μωρά σφαγμένα που κοχλάζουν στα σπλάχνα μου.

Και ορμήσουνε πάνω τους Να τα πάρουν.Δικά τους.

Τι θα γίνουν?Που ζεστή με κρατούν.

Τα σπασμένα της σάρκας μου γέλια σκορπίζω του ανέμου.

Έτσι από πάνω μου τα διώχνω να μένουν τα κλάματα.

Καταριέμαι απ'τα βάθη μου και πλαντάζουν οι εφτάψυχες μέρες.

Κι αγριεύουν με νύχια πάνω στα σώματα.

Με φαρμάκι γλειψιές και γραπώματα.


Στου φεγγαριού τη λαγνεία βυθίζω τις νύχτες.

Ν'αγιάσουν.

Είναι μαύρο το μίσος σαν πτώμα

κι επιστρέφω στο αίμα.

Ζεστό.


Όλα έξω παγώνουν



Δέντρα θαλάσσης αναπλέκονταν...

εκδ.Μικρή Άρκτος 2006

Στο υπόγειο-Αργύρης Χιόνης


Η υγρασία


Όλα τα υπόγεια είναι υγρά.Βεβαίως και το δικό μου.Και είναι λογικό αυτό,γιατί το υπόγειο είναι οι ρίζες του σπιτιού,και όσο πιο υγρές είναι οι ρίζες του τόσο και πιο πολύ το σπίτι ευτυχεί και θάλλει.Ωστόσο,η υπερβολή είναι κακή και,δυστυχώς,βρίσκεται πάντα εκεί και καιροφυλακτεί,την ευκαιρία για να βρει να καταλύσει κάθε μέτρο,κάθε λογική.Έτσι,χωρίς να καταλάβω πώς αρχίσανε οι τοίχοι μου να κλαίνε.Τέτοια ευαισθησία,σκέφτηκα,ποιος θα περίμενε από ντουβάρια τέτοια ευασθησία?Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι.Οι τοίχοι μου παρέμεναν αναίσθητοι,όπως η τύχη μου,αλλ'είχαν προσβληθεί απ'την ασθένεια του υπογείου.Με άλλα λόγια,το ισόγειο του σπιτιού μου όπως και ο πρώτος όροφος είχαν γίνει υπόγεια.Αν συνεχίσει αυτή η κατάσταση,αν δηλαδή η ακατάσχετη επέλαση της υγρασίας δεν ανακοπεί,σε λίγο θα βρεθώ σ'έναν επίγειο ή και υπέργειο βυθό.


Τα φαντάσματα


Μες στο υπόγειο,βρίσκουν καταφυγή ακόμη και φαντάσματα,ψυχές βασανισμένες εννοώ που προτιμούν να βρίσκονται στο σκότος,ψυχές που τις αδίκησε το φως.Κουρνιάζουν εκεί μέσα κι ωριμάζουν σαν το κρασί,σιγά σιγά κι υπομονετικά,μέχρι ν'αποκτήσουν σώμα και άρωμα,όπως το παλιό,καλό κρασί,και να περάσουν,σαν αυτό,στις φλέβες μας.


Το ποδήλατο


Το παιδικό ποδήλατό μου,ο άλλοτε απαστράπτων Πήγασος που απογειωνόταν μόλις τον καβάλαγα,έχει για πάντα τώρα υπογειωθεί.Κι ας λέω ψέματα,αδιάκοπα,στον εαυτό μου και σ'εκείνο,πως,κάποια μέρα,θα του αλλάξω λάστιχα,απ'τη σκουριά του θα το γδύσω,θα το λαδώσω και θα το γυαλίσω κι όλο τον κόσμο μαζί του θα γυρίσω.Το παιδικό μου ποδήλατο έχει για πάντα υπογειωθεί.Το ξέρω και το ξέρει.


Οι αράχνες


Ακοίμητες,αεικίνητες,υφαίνουν οι αράχνες στο υπόγειο περίτεχνα ποιήματα,υπό μορφήν ιστού,αλάνθαστες παγίδες για τους αφελείς που,γοητευμένοι,ξεχνούν τις αποστάσεις ασφαλείας και εισχωρούν για πάντα μες στην ποίηση,μεταμορφώνοντάς την έτσι σε σφαγείο.Δεν έχουν τέτοια πρόθεση οι αράχνες.Αυτές υφαίνουν τα ποιήματά τους για τη χαρά της ύφανσης και μόνο,κι έρχονται όλοι αυτοί οι ανόητοι και τα χαλούν,προσθέτοντας σ'αυτά τα πτώματά τους.


Ο μπαμπούλας


Κάποτε,κατοικούσε στο υπόγειο κι ο Μπαμπούλας που παίρνει τα κακά παιδιά.Τώρα,δεν είμαι πια κακό παιδί,δεν είμαι καν παιδί κι ούτε ο Μπαμπούλας μένει πια εκεί.Έχει μετακομίσει από καιρό.Μέσα μου μετακόμισε.Έτσι μπορώ,όποτε θέλω,στο υπόγειο να πηγαίνω.


Σημείωση

Ανέβηκα στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού μου,στην ταράτσα,για να ξεσκάσω λίγο από την κλεισούρα του υπογείου,να δω τ'αστέρια,αλλά ήταν τόσο μακρινά που ένιωσα ότι βρισκόμουνα ξανά στο υπόγειο.Ναι, η ταράτσα μου ήταν το υπόγειο του ουρανού.